λιγυρός

λιγυρός
3 звонкий, громкий

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "λιγυρός" в других словарях:

  • λίγυρος — λίγυρος, ὁ (Α) [λιγυρός] το λιγύριον* …   Dictionary of Greek

  • λιγυρός — clear masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λίγυρος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιγυρός — ά, ό, θηλ. και ή (Α λιγυρός, ά, όν, θηλ. και λιγυρή και λιγουρά) 1. αυτός που έχει ήχο οξύ και ευκρινή («παίει λιγυρᾷ μάστιγι», Σοφ.) 2. μελωδικός, εύηχος (α. «θερινόν τε καὶ λιγυρὸν ὑπηχεῑ τῷ τῶν τεττίγων χορῷ», Πλάτ. β. «τὸν μὲν ἐγὼ Μούσαις...… …   Dictionary of Greek

  • λιγυρά — λιγυρός clear neut nom/voc/acc pl λιγυρά̱ , λιγυρός clear fem nom/voc/acc dual λιγυρά̱ , λιγυρός clear fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιγυρώτερον — λιγυρός clear adverbial comp λιγυρός clear masc acc comp sg λιγυρός clear neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιγυρῶν — λιγυρός clear fem gen pl λιγυρός clear masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιγυρόν — λιγυρός clear masc acc sg λιγυρός clear neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιγυρώτατα — λιγυρός clear adverbial superl λιγυρός clear neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιγυρώτατον — λιγυρός clear masc acc superl sg λιγυρός clear neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λιγυραῖς — λιγυρός clear fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»